Από Ερεσιώτικα σε Νεοελληνικά
Από Νεοελληνικά σε Ερεσιώτικα
Ετυμολογία: ιταλ. manovella, τουρκ. manıvelâ
Σιδερένια βέργα «σπασμένη» σε δυο ορθές γωνίες και με κατάλληλη υποδοχή στο τέλος για ενεργοποίηση μηχανής αυτοκινήτων